"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Πραγματοποιούνταν βασανιστήρια στη Μακρόνησο;


Του Γαβρίλη Λαμπάτου

Ακούσαμε από τον πολυπράγμονα Χρήστο Σαρτζετάκη τον εξωφρενικό ισχυρισμό, ότι στη Μακρόνησο δεν πραγματοποιούνταν βασανιστήρια σε βάρος των στρατευμένων.

Δε θα μιλήσω ως ιστορικός. Θα αναφερθώ στις εμπειρίες του ολιγογράμματου πατέρα μου που θεωρώ χρέος μου να καταγράψω.

Το περιστατικό μου το επιβεβαίωσαν παλιοί του σύντροφοι όταν ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν για το τελευταίο του ταξίδι.

Στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων στην Καλαμάτα πραγματοποιούνταν συστηματικά βασανιστήρια σε βάρος των στρατιωτών που προορίζονταν για τη Μακρόνησο. Από μια αποστολή δεκάδων στρατιωτών που μετακινήθηκαν στο Λαύριο για να μεταφερθούν στο νησί ο πατέρας μου ήταν ο μοναδικός που δεν είχε βασανιστεί. Στο καΐκι οι βασανισμένοι στρατιώτες αναλογίζονταν την υποδοχή που θα συναντούσαν, όταν θα έφθαναν. Μόλις έφθασαν στην προκυμαία τους περίμεναν δεκάδες Αλφαμίτες που κρατούσαν γλομπ από μπαμπού.

Ο πατέρας μου τόλμησε να βγει πρώτος από το καΐκι. Η αλληλεγγύη προς τους βασανισμένους συναδέλφους δεν του επέτρεπε άλλη επιλογή. Αυτό που θυμόταν αργότερα ήταν τα ουρλιαχτά και ο ανελέητος ξυλοδαρμός. Κάποια από τα μπαμπού έσπασαν πάνω στο σώμα του. Έκανε ημέρες για να συνέλθει. Η εμπειρία της Μακρονήσου τον σημάδεψε.

Στα αντίσκηνα του πόνου υπήρξε μια μοναδική πολιτική όσμωση. Γνώρισε μορφωμένους νέους και οι συζητήσεις μαζί τους αναμφίβολα διεύρυναν τους πνευματικούς του ορίζοντες.


Η Μακρόνησος ήταν το Πανεπιστήμιό του. Του δίδαξε πολλά. Πάνω απ’ όλα να αντιμετωπίζει με καρτερία τις δοκιμασίες και να θέτει στόχους που είναι επιβεβλημένο να υλοποιηθούν.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Κτερίσματα Μενελάου Λουντέμη


Το 1956 κι αφού ήδη έχει περάσει 8 χρόνια στην εξορία, μεταφέρεται στην Αθήνα για να δικαστεί -με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας- για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα για το διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό».

Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απαντά:

«Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι' αυτά που έγραψα, αλλά γι' αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν.
Γι' αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι' αυτούς».

Τέλος, ο Λουντέμης καλείται να απολογηθεί και κάνει μια αναδρομή στη ζωή του και περιγράφει μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο ο πρόεδρος παρατηρεί: «Απορώ ... πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας...».

Και ο Λουντέμης απαντά:

«Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ!».


Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους. Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό «Οδός Αβύσσου, αριθμός 0».

Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά». Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ' αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου η διαταγή σχετικά με την αλληλογραφία ήταν : «Η αλληλογραφία θα διενεργείται εφ' απλού δελταρίου επί του οποίου θ' αναγράφονται ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει ....»


Είμαι καλά, Μητερούλα... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ' τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει...
Μάνα...
Τρεμούλα των χεριών...

Χρόνια που ξεφεύγετε απ' την μπόλια...
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου...
Είμαι καλά.

"Πρώτον, Σεβαστή μου..."
"Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω..." Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι "Είναι καλά..."
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ' τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

"Πρώτον, Μητερούλα... Υγείαν έχω"
Και το στήθος μου φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
"Πρώτον, Μητερούλα..." Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
"Είμαι καλά".

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω...
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα "Είμαι καλά"
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του μάθημα:
"Είμαι καλά".

Ξέρω, αχ, Μητερούλα...
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από 'δω...
"Είμαι καλά".

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να 'ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα...
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου"
"Είμαι καλά".

Είμαι καλά... Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά... Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά... Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
"Είμαι καλά".

Αχ, να μπορούσα να 'χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα 'χυνα στο διάστημα...
Για να 'ρχονται - κι όταν εγώ δεν θ' ανασαίνω.
Να 'ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούνε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
"Είμαι καλά".