"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

"Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα"

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Όλγα Μπενάριο-Πρέστες: Μια κομμουνίστρια ηρωίδα ανάμεσα σε δύο ηπείρους


Αφανής μορφή του διεθνούς κινήματος, οργάνωσε μια από τις πιο εντυπωσιακές αποδράσεις κομμουνιστών από τις φυλακές του Βερολίνου, συμμετείχε στην εξέγερση κατά του δικτάτορα Βάργκας στη Βραζιλία και γνώρισε συνεχείς διώξεις, με αποκορύφωμα το θάνατό της σε στρατόπεδο των ναζί.

Η Όλγα Μπενάριο γεννήθηκε ως κόρη μεσοαστικής γερμανοεβραϊκής οικογένειας στις 12 Φλεβάρη 1908. Ο πατέρας της ήταν γνωστός σοσιαλδημοκράτης δικηγόρος και η μητέρα της προερχόταν από εύπορη οικογένεια. Από μικρή έδειξε ενδιαφέρον για την πολιτική, για το λόγο αυτό ο πατέρας της της έδινε για μελέτη δικογραφίες αριστερών πελατών του που διώκονταν. Με τον μετέπειτα σύντροφό της, τον κομμουνιστή Όττο Μπράουν πήγε το 1925 από το Μόναχο στο Βερολίνο για να δουλέψει για τη Γερμανική Κομμουνιστική Νεολαία στην εργατική συνοικία Νοϊκέλν. Παράλληλα εργάστηκε ως στενογράφος στη σοβιετική εμπορική αποστολή. 

Χάρη στην παρέμβαση του πατέρα της απελευθερώθηκε όταν μαζί με τον Μπράουν συνελήφθησαν για εσχάτη προδοσία. Ο Μπράουν αντίθετα καταδικάστηκε ως κατάσκοπος και φυλακίστηκε. Τότε η Μπενάριο προχώρησε στην οργάνωση της ένοπλης απόδρασης του Μπράουν, σύμφωνα με οδηγίες του ΚΚΓ. Στις 11 Απρίλη 1928, μια ομάδα νέων κομμουνιστών, αξιοποιώντας το επισκεπτήριο της Μπενάριο, απελευθέρωσαν τον κρατούμενο, ενώ η ίδια κι ο Μπράουν προωθήθηκαν από το κόμμα σε ασφαλές έδαφος στην Τσεχοσλοβακία και μετέπειτα στην ΕΣΣΔ. Εκεί έλαβε εκτενή στρατιωτική εκπαίδευση, μαθαίνοντας μεταξύ άλλων να πιλοτάρει και να χειρίζεται αλεξίπτωτο. Λόγω συνεχών διαφωνιών χώρισε από τον Μπράουν το 1931 και πήγε σε μυστική αποστολή στο Παρίσι. Συνελήφθη κι αφέθηκε ελεύθερη, για να ξανασυλληφθεί εκ νέου από την ΜΙ5 στην Αγγλία όπου βρέθηκε.


Επιστρέφοντας στη Μόσχα γνωρίστηκε με τον Βραζιλιάνο κομμουνιστή στρατιωτικό Λουίς Κάρλος Πρέστες, που χάρη στη δράση του κατά της ολιγαρχικής κυβέρνησης Μπερνάρντες είχε λάβει το προσωνύμιο “Ιππότης της ελπίδας” και εκτός βραζιλιάνικων συνόρων. Εξόριστος στη Μόσχα, του ανατέθηκε η διορ΄γανωση εξέγερσης κατά της δικτατορίας του Ζετούλιου Βάργκας. Η Μπενάριο ορίστηκε σωματοφύλακάς του, συνοδεύοντας τον στη Βραζιλία ως δήθεν σύζυγός του, ενώ οι δυο τους πράγματι έγιναν σύντομα ζευγάρι. Η εξέγερση στις 27 Νοέμβρη 1935 κατεστάλη λόγω προδοσίας και οι δυο τους πέρασαν στην παρανομία, ενώ πολυάριθμοι σύντροφοί τους σκοτώθηκαν και χιλιάδες φυλακίστηκαν.

Τελικά οι Πρέστες και Μπενάριο συνελήφθησαν την άνοιξη του 1936 και το φθινόπωρο η εγκυμονούσα Μπενάριο εκδόθηκε από την κυβέρνηση Βάργκας στη ναζιστική Γερμανία με μια ομοεθνή συγκρατούμενή της, την Σάμπο Σαμπορόφσκι. Οι δυο γυναίκες παραδόθηκαν από τον αρχηγό της αστυνομίας του Ρίο ντε Τζανέιρο, Φιλίντο Μίλερ στο γερμανικό πλοίο Λα Κορούνια. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τους νόμους της Βραζιλίας, σύμφωνα με τους οποίους δεν επιτρεπόταν η έκδοση ή απέλαση γυναικών που περίμεναν παιδί Βραζιλιάνου.Η κόρη του ζευγαριού ήρθε στον κόσμο στη γυναικεία φυλακή της οδού Μπάρνιμ στο Βερολίνο το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς και ως το 1938 παρέμεινε με τη γιαγιά του. Καθώς ο Πρέστες είχε αναγνωρίσει την πατρότητα του παιδιού, η Γκεστάπο παρέδωσε το παιδί στη μητέρα του Λεοκάντια Πρέστες. Η Όλγκα Μπενάριο μεταφέρθηκε το 1938 στο στρατόπεδο συγκέντωρσης του Λίχτενμπουργκ και ένα χρόνο μετά στο Ράβενσμπρικ. Η μητέρα του Πρέστες προσπάθησε να της εξασφαλίσει άδεια ταξιδιού για το Μεξικό από το Λονδίνο όπου βρισκόταν, αλλά λόγω της έναρξης του πολέμου τα έγγραφα δεν έφτασαν στον προορισμό τους κι επιστράφηκαν. Η Μπενάριο μαζί με συγκρατούμενους της από το στρατόπεδο του Ράβενσμπρυκ εκτελέστηκαν σε θάλαμο αερίων σαν σήμερα στα πλαίσια της αποστολής 14f13, ενώ η Γκεστάπο εξέδωσε πλαστό πιστοποιητικό θανάτου ισχυριζόμενη πως πέθανε από περιτονίτιδα και καρδιακή ανεπάρκεια. Θύματα του ολοκαυτώματος υπήρξαν επίσης η μητέρα και ο αδερφός της.

Η κόρη της Ανίτα Λεοκάντια Πρέστες είναι ιστορικός και ζει στη Βραζιλία. Η μνήμη της Όλγκα Μπενάριο τιμήθηκε ιδιαίτερα στη ΓΛΔ, όπου οδοί, παιδικοί σταθμοί και σχολεία έφεραν το όνομά της. Το 2004 γυρίστηκε ένα ντοκυμανταίρ αφιερωμένο στη ζωή της και την ίδια χρονιά στη Βραζιλία, όπου είναι αρκετά γνωστή, γνώρισε μεγάλη επιτυχία στις κινηματογραφικές αίθουσες το βιογραφικό δράμα “¨Ολγα”. Στη Βραζιλία υπάρχει επίσης μουσικοχορευτικό κομμάτι που φέρει το όνομά της, καθώς και ομώνυμη όπερα του συνθέτη Ζόρζε Αντούνες, που ανέβηκε το 2006 ενώ είχε γραφτεί από το 2006, καθώς για πολιτικούς λόγους καμία σκηνή δε δεχόταν να το ανεβάσει.


Πηγή: εδώ

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Έλλη Λαμπέτη: Μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη δεν θα μπορούσα να είμαι η ίδια

Η Έλλη Λαμπέτη γεννήθηκε στις 13 του Απρίλη το 1926.

«Η γέννησή της ήταν το ίδιο παράλογη όπως και ο θάνατός της. Για μια ώρα η ζωή της κρεμόταν από έναν αόρατο ιστό. Πρώτα είχε βγει ο Τάκης, ο δίδυμος αδερφός της. Ένα υγιέστατο μωρό που ζύγιζε τέσσερα κιλά, θα έγραφε η ίδια η Έλλη σ’ ένα ιδιόχειρο σημείωμά της, λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο «Όρος Σινά» της Νέας Υόρκης. Και μετά από μιάν ώρα βγήκα εγώ. Ένα λυμφατικό πιθηκάκι! Το λυμφατικό πιθηκάκι φαινόταν αναποφάσιστο να ζήσει, σαν να ’ξερε τους αμείλικτους κανόνες του παιχνιδιού που θα ’πρεπε να παίξει στα επόμενα πενήντα εφτά χρόνια. Σχεδόν δεν ανέπνεε».(1)

«Το κορίτσι με τα μαύρα».  Ένα απ’ τα μεγαλύτερα ταλέντα που πέρασαν ποτέ από το ελληνικό θέατρο. Σε ηλικία 15 ετών απορρίπτεται παμψηφεί απ’ τη δραματική σχολή του Εθνικού και στη συνέχεια από τη σχολή της Κοτοπούλη. Ωστόσο, παρόλη την αρχική άρνηση της Κοτοπούλη να φοιτήσει στη σχολή της, τελικά τη δέχεται. Είναι η ίδια η Κοτοπούλη που την επόμενη χρονιά θα της δώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο: «Η Χάνελλε πάει στον Παράδεισο» του Χάουπτμαν.

Θα ακολουθήσουν πολλές και πολύ σημαντικές στιγμές στην καριέρα της στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

Μοναδικές ερμηνείες όπως αυτή, στο μονόπρακτο από τον «Τρόμο και αθλιότητα του Γ Ράιχ», του Μπέρτολτ Μπρεχτ. «Γραμμένο από τον συγγραφέα στα χρόνια της εξορίας του, μεταξύ 1935 και 1936. Ανέβηκε το 1978, μαζί με άλλα πέντε μονόπρακτα, από το Θίασο Λαμπέτη. Στο έργο, μια Γερμανίδα Εβραία, η Ιουδήθ Κέιθ, γυναίκα γιατρού, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη ναζιστική Γερμανία για να μη σταθεί εμπόδιο στην καριέρα του συζύγου της. Μέσα από ένα προσωπικό δράμα διαφαίνεται το καθεστώς του τρόμου, που έχει διαπεράσει και διαστρέψει τη ζωή, τις σχέσεις, τη συμπεριφορά και τη σκέψη των ανθρώπων. Η υποκρισία γίνεται χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε ανθρώπινης σχέσης, καθώς όλα μοιάζουν υποταγμένα στο κατασταλτικό κράτος και αλλοτριωμένα από τη χιτλερική ιδεολογία. Απίστευτα καυστικά τα λόγια του Μπρεχτ, μοναδική η ερμηνεία της Λαμπέτη!».

Μέσα από αφηγήσεις της, μαθαίνουμε για γεγονότα της ζωής της που είναι λιγότερο γνωστά ή που προβάλλονται λιγότερο.

Έλλη Λαμπέτη: Μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη δεν θα μπορούσα να είμαι η ίδια

«Ένα τραγικό γεγονός»

«Όταν ήμουν εικοσιέξι χρονών έπαθα πάρεση. Πλήρη. Ήταν τη μέρα που εκτέλεσαν τον Μπάτση και τον Μπελογιάννη. Όταν το ’μαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ! Καταλάβαινα πως δε θ’ άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Κι ωστόσο δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο σχετική είναι η ύλη – το σώμα – με τον συναισθηματικό κόσμο. Σκέφτηκα αμέσως: Μετά απ’ αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω να είμαι ίδια, κάπου θα βγω αλλαγμένη. Αλλά δεν πίστευα πως θ’ αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου.

Κι όμως ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσόκ – δεν είναι πολύ δύσκολο να περάσει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου. Έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε πάει εκεί… Να, κοίτα, ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.

Ήταν ένα τραγικό γεγονός εκείνη η εκτέλεση!… Τον Μπάτση τον γνώριζα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου. Το προηγούμενο Πάσχα είχαμε πάει μαζί στον Πόρο, είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε. Δεν ήταν βέβαια κανένας πολύ δικός μου άνθρωπος, αλλά αυτό το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω το «εν ψυχρώ». Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω… Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;»(2)

«Αχ αν μπορούσα νάχω πολεμήσει για το δίκιο, χωρίς να γίνομαι σκλάβα του!», έγραφε η Έλλη Λαμπέτη κάποια από τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου του 1983, στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν στη Ν. Υόρκη, συμπυκνώνοντας μέσα σε λίγες λέξεις τα ιδανικά μιας ολόκληρης ζωής.

Λίγες μέρες μετά, στις 3 του Σεπτέμβρη χάνει την τελευταία μάχη της ζωής της…



1.Από το βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού: «Έλλη Λαμπέτη. Βιογραφία». Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα (2006).
2.Από το βιβλίο της Φρίντας Μπιούμπι «Έλλη Λαμπέτη: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – Μια προσωπική αφήγηση», Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ (1983).

Πηγή: Εδώ